Source Translation
a11y προσβασιμότητα
Abbreviated συντομευμένος
ability ικανότητα
abort ματαίωση
about περί
above παραπάνω
Abrupt απότομος
abscissa τετμημένη
abscissae τετμημένη
absence απουσία
absolute απόλυτος
absolutely ολότελα
abstract αφηρημένος
abstraction αφαίρεση
Abyss άβυσσος
accelerated επιταχυνόμενος
acceleration επιτάχυνση
accelerator επιταχυντής
Accent τόνος
accented τονισμένος
Accept αποδοχή
acceptable αποδεκτός
Acceptance αποδοχή
accesibility πρόσβαση
access πρόσβαση
accessibility προσβασιμότητα
accessible προσβάσιμος
Accessing πρόσβαση
Accessories βοηθήματα
accidental τυχαίος
accidentally κατά λάθος
accommodate προσαρμογή
accompanying συνοδευτικός
accomplish πραγματοποιώ
accomplishment προσόν
according ανάλογος
according to σύμφωνα με
account λογαριασμός
accountant λογιστής
accounting λογιστικός
accrued προστιθέμενος
accrued interest δεδουλευμένοι τόκοι
accumulate συσσωρεύω
accuracy ακρίβεια
accurate ακριβής
accurately με ακρίβεια
accustomed συνηθισμένος
achievement επίτευγμα
achieving επιτυχία
acknowledge αναγνώριση

No matching activity found.

Browse all glossary changes