English Greek
a11y προσβασιμότητα
Abbreviated συντομευμένος
ability ικανότητα
abort ματαίωση
about περί
above παραπάνω
Abrupt απότομος
abscissa τετμημένη
abscissae τετμημένη
absence απουσία
absolute απόλυτος
absolutely ολότελα
abstract αφηρημένος
abstraction αφαίρεση
Abyss άβυσσος
accelerated επιταχυνόμενος
acceleration επιτάχυνση
accelerator επιταχυντής
Accent τόνος
accented τονισμένος